καλοβλέπω

καλοβλέπω
(αόρ. καλοείδα и καλόειδα) 1. μετ. , αμετ. хорошо видеть, отчётливо различать;
2. μετ. хорошо, одобрительно относиться (к чему-л.); смотреть благосклонно (на что-л.);

δεν τον καλοβλέπω — он мне кажется подозрительным


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "καλοβλέπω" в других словарях:

  • καλοβλέπω — καλοβλέπω, καλοείδα και καλόειδα βλ. πίν. 110 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • καλοβλέπω — καλοείδα και καλόειδα 1. βλέπω καλά: Τώρα στα γεράματα δεν καλοβλέπω κιόλας. 2. βλέπω κάτι με καλό μάτι: Δε με καλοβλέπει η πεθερά μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καλοβλέπω — 1. βλέπω καλά, έχω οξεία όραση 2. εξετάζω κάτι με σύνεση και προσοχή 3. βλέπω κάτι με ερωτική διάθεση 4. βλέπω ευνοϊκά κάτι …   Dictionary of Greek

  • βλέπω — (AM βλέπω) 1. διαθέτω την αίσθηση της όρασης 2. έχω την ικανότητα να βλέπω 3. στρέφω το βλέμμα, κοιτάζω 4. προσέχω με το βλέμμα 5. προσέχω, είμαι προσεκτικός μήπως.. 6. προσέχω ν αποφύγω κάτι 7. εξετάζω 8. θαυμάζω, κοιτάζω με θαυμασμό 9. κατανοώ …   Dictionary of Greek

  • καλ(ο) — (AM καλ[ο]·) α συνθετικό πάμπολλων λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής. Τα σύνθ. στα οποία εμφανίζεται είναι στο σύνολό τους σχεδόν προσδιοριστικού τ. (δηλ. το α συνθετικό προσδιορίζει το β συνθετικό, πρβλ. καλό καρδος, καλο τάξιδος) με… …   Dictionary of Greek

  • καλοκοιτάζω — και καλοκοιτάω και καλοκοιτώ καλοκοίταξα, καλοκοιτάχτηκα, καλοκοιταγμένος 1. παρατηρώ κάτι καλά: Τον καλοκοίταξε τον άρρωστο και δεν του βρήκε τίποτα. 2. καλοβλέπω, γλυκοκοιτάζω: Την καλοκοιτάζει την κόρη σου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»